Σε είδα σήμερα στη στάση των λεωφορείων. Ήρθες εκεί, βρώμικος και ταλαιπωρημένος, με το στενό σου τζιν να κρέμεται πάνω στη μέση και τα πόδια σου, να περιμένεις τάχα το λεωφορείο. Οι άνθρωποι σε κοιτούν περίεργα. Βλέπουν τις σημειώσεις των οικονομικών που κρατάς στα χέρια σου και τότε τραβούν το βλέμμα μακριά. Είναι κι αυτοί ταλαιπωρημένοι σαν κι εσένα. Δεν βρίσκουν πλέον το λόγο να σε κοιτούν περίεργα.
Περιμένεις πολύ ώρα ένα λεωφορείο που δεν έρχεται ποτέ. Κι αν έρθει είσαι σίγουρος πως δε θα χωράς να μπεις. Ακούς το κλάμα των ασθενοφόρων και τις κόρνες των αυτοκινήτων που βιάζονται να προλάβουν ποιος ξέρει τι… Οι άνθρωποι που σε κοιτούσαν περίεργα φαίνεται να αναρωτιούνται κι εκείνοι το ίδιο γιατί τα πρόσωπά τους φαίνονται σκυθρωπά και σκεπτικά. Ποιος να ‘χει άραγε ανάγκη αυτό το ασθενοφόρο;
Τελικά το λεωφορείο φτάνει. Νιώθεις μια μικρή ανακούφιση που χώρεσες να μπεις. Βρήκες και θέση, δίπλα στο παράθυρο. Ένας λόγος να χαμογελάσεις! Κι αρχίζει τώρα το καθημερινό ταξίδι σου ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Παρατηρείς το δρόμο που είναι το ίδιο χρώμα με τον ουρανό σήμερα. Θυμάσαι πάλι τις μαύρες τρύπες που νόμιζες ότι κρύβονται κάτω από την άσφαλτο και θέλουν να σε τραβήξουν μέσα. Πάνω σε κάτι παλιές πολυκατοικίες κάποιοι ονειροπόλοι ζωγράφισαν με σπρέι μερικές εικόνες για να ομορφύνουν την πόλη αλλά δεν τα κατάφεραν. Φαίνεται από το έργο τους ότι η μόνη πηγή έμπνευσής τους ήταν αυτή η πόλη. Όσα χρώματα κι αν έβαλαν απέτυχαν να κρύψουν την ασχήμια…
Ξαφνικά την προσοχή σου τραβάει ένα μικρό ρυάκι που έχει σχηματιστεί από τις σταγόνες τις βροχής που διαπέρασαν το χαλασμένο παράθυρο. Είναι ένα μικρό ρυάκι που έχει εγκλωβιστεί στη λακουβίτσα που σχηματίζει το περίγραμμα του παραθύρου. Είναι ίσως το καλύτερο θέαμα που μπορείς να έχεις εκείνη τη στιγμή. Κάθεσαι λοιπόν και το παρατηρείς. Αλλάζει πορεία ανάλογα με την κίνηση. Στις κατηφόρες χάνεται κάπου πίσω σου ενώ στις ανηφόρες έρχεται προς το μέρος σου και είναι έτοιμο να ξεχυθεί. Στις ανηφόρες, λοιπόν, βάζεις στοιχήματα: Θα πέσει, δε θα πέσει, θα πέσει, δε θα πέσει. Ξέρεις ότι αν πέσει θα πέσει πάνω στα ρούχα σου και θα σε μουσκέψει. Παρ ‘όλα αυτά όμως εύχεσαι να πέσει, δεν ξέρεις γιατί. Και πόσο κοντά ήταν στο να πέσει! Σαν να το κρατούσε όμως μαγνήτης αυτό ξανακύλαγε στη λακουβίτσα και έφευγε πάλι από τα μάτια σου στις κατηφόρες! Σαν να σου έλεγε « Όχι, δε θα σου κάνω τη χάρη. Μη με κοιτάς άλλο γιατί δεν πρόκειται να δείς αυτό που θες!» Σαν να σε ανάγκαζε να κοιτάξεις ξανά γύρω σου.
Θύμωσες με το ρυάκι. Πάνω σου πέφτουν οι βρωμερές ανάσες κάποιων γερασμένων ή άπλυτων ανθρώπων. Σηκώνεσαι για να κατέβεις στην επόμενη στάση. Μια γυναίκα σου φωνάζει «Κάνε στην άκρη! Δεν έχω που να πατήσω!» Ορίστε! Οι άνθρωποι σε μια ολόκληρη γη δεν έχουν πού να πατήσουν… Θυμάσαι μια αφίσα που διάβασες πριν λίγο. Έγραφε «Η φαντασία είναι σημαντικότερη από τη γνώση». Σκέφτεσαι πόση φαντασία θυσίασες για χάρη της γνώσης και εύχεσαι αυτό που διάβασες να μην είναι αλήθεια. Η πόρτα πάει ν’ανοίξει όμως το κάνει αργά κι ανόρεχτα, σαν να είναι αρπακτικό που θέλει να σε κρατήσει μέσα του και να σε φάει όταν πεινάσει.
Κατεβαίνεις . Και τότε κάνεις κάτι αναπάντεχο. Κάτι που κανείς δεν θα περίμενε από σένα. Τρέχεις πάνω στο δρόμο και η κυκλοφορία σταματάει για χάρη σου. Ανεβαίνεις πάνω στη νησίδα, σκαρφαλώνεις στα μικρά κάγκελα, πάνω στο ψευτοπράσινο. Τώρα όλοι σε κοιτούν πάλι. Λένε « Μα που πάει! Θα τον πατήσουν! Είναι τρελός» Και κοιτάζονται μεταξύ τους και κουνούν τα κεφάλια άλλοι κοροϊδευτικά κι άλλοι δήθεν συμπονετικά. Όμως εσένα δε νοιάζει! Εσύ χαμογελάς! Και φεύγεις για να πάς ποιος-ξέρει-πού κι εσύ… Κι εγώ, που σε παρατηρώ τόση ώρα, δε μπορώ παρά να σκεφτώ πόσο λιγότερο άσχημος θα ήταν αυτός ο εν δυνάμει πανέμορφος κόσμος αν όλοι μας είχαμε λίγο πολύ τη δύναμη να τρελαθούμε.